Μέχρι πότε θα συζητάμε για την αξιολόγηση; Του Χάρη Ανδρεόπουλου

Αυτός ήταν ο τίτλος ενός από τα πολλά άρθρα μου για το θέμα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στην « «Ελευθερία», προ οκταετίας (9/10/2012, σελ. 8):

«Μέχρι πότε θα συζητάμε για την αξιολόγηση;»

Ένα ερώτημα, που απέρρεε, ως προβληματισμός,

από τις γνωστές αντιδράσεις των συνδικαλιστικών οργάνων (ΟΛΜΕ, ΔΟΕ) σε νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΥΠΑΙΘ) που επιχειρούσε τότε (2012) να βάλει σε μια τάξη την αφασία στην οποία είχε περιέλθει το σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στη χώρα μας μετά την κατάργηση του θεσμού του Επιθεωρητή το 1982.

Το ερώτημα αυτό καθίσταται επίκαιρο

καθώς (και) η σημερινή Κυβέρνηση, επιχειρώντας να υλοποιήσει προεκλογική της δέσμευση, προχωρά τις διαδικασίες υλοποίησης ενός συστήματος αξιολόγησης, καταρχήν των σχολικών μονάδων τη φετινή σχολική χρονιά (2020-2021) ) και των εκπαιδευτικών από την επομένη (2021-2022).

Στον χώρο της Εκπαίδευσης μία από τις πλέον «πονεμένες ιστορίες» είναι κι αυτή της αξιολόγησης.

Όχι των μαθητών

– αυτοί αξιολογούνται κανονικώς και αδιαλείπτως – αλλά των εκπαιδευτικών (A/θμιας και B/μιας Εκπαίδευσης) για τους οποίους το ρολόι είναι σταματημένο τριάντα εννέα (39) ολόκληρα χρόνια πίσω και συγκεκριμένα στο 1982 όταν με τον Ν. 1304/1982 (επί πασοκικής «Αλλαγής») καταργήθηκε ο θεσμός του Επιθεωρητή στην ελληνική εκπαίδευση.

Ωστόσο, τότε, δεν καταργήθηκε μόνο ο Επιθεωρητής,

υπό την έννοια ενός θεσμικού ρόλου, αλλά σταμάτησε, συλλήβδην, και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί

που διορίσθηκαν μετά το 1982 – δηλαδή μία ολόκληρη γενιά δασκάλων και καθηγητών – αξιολόγησαν δεκάδες χιλιάδες μαθητές, αυτοί όμως, μέχρι και τη συνταξιοδότησή τους (201 5 και εντεύθεν – «χονδρικώς» με τη συμπλήρωση 30/35ετίας) δεν αξιολογήθηκαν ποτέ και από κανέναν!

Πολλοί εξ αυτών

–αυτοί που δεν καμώνονται τους αλαθήτους, δίκην Πάπα Ρώμης- το ‘χουν παράπονο, γιατί, όπως και να το κάνεις, έστω και για λόγους ψυχολογικούς μια (αξιολογική) επιβεβαίωση ότι κάνεις καλά τη δουλειά σου, ή μια (αξιολογική) παρατήρηση ότι σε τούτο και σ’ εκείνο το σημείο δεν την κάνεις και τόσο καλά και πρέπει να βελτιωθείς, αυτή την επιβράβευση ή και την παρατήρηση, όλοι την έχουμε ανάγκη.

Αντιθέτως, άλλοι θεωρούν την ανυπαρξία αξιολόγησης και την πορεία με «αυτόματο πιλότο» ως «κατάχτηση» του κλάδου.

Μία τάξη σ’ όλη αυτή την αφασία

έβαλε ο Ν. 4547/2018 (ΣΥΡΙΖΑ / Γαβρόγλου) δρομολογώντας (υπό την πίεση των Θεσμών, είναι η αλήθεια) την αξιολόγηση των στελεχών της Εκπαίδευσης (αρθ. 37 – 40), ήτοι Περιφερειακών Δ/ντών, Δ/ντών Εκπ/ons (A/θμιας /ΔΠΕ και Β/θμιας/ΔΔΕ), Συντονιστών Εκπ/κού Έργου, Προϊσταμένων Εκπ/κών Θεμάτων (ΔΠΕ και ΔΔΕ), Διευθυντών και υποδιευθυντών σχολικών μονάδων, στο πλαίσιο της βασικής αρχής ότι κανείς δεν αξιολογεί (τους εκπαιδευτικούς της τάξεως) εάν δεν έχει αξιολογηθεί και ο ίδιος (ως στέλεχος της Εκπ/σης).

Ο νόμος (που είχε ψηφιστεί χωρίς ιδιαίτερες πολιτικές ή συνδικαλιστικές αντιδράσεις)

και αφορούσε (και) την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών μονάδων (αρθ. 47) εφαρμόζεται ήδη κανονικότατα και από τη νέα Κυβέρνηση (ΝΔ Κεραμέως), μέσω εξειδικευμένων διατάξεων σε νεότερο νόμο (Ν 4692/2020, ΦΕΚ 111/Α71 111/Α’/12-02-2020, αρθ. 33, 34, 35) για την υλοποίηση των οποίων εκδόθηκε την περασμένη εβδομάδα η εφαρμοστική εγκύκλιος / απόφαση με θέμα «Εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο» (ΦΕΚ 1 40/BV20-01 140/Β’/20-01-2021). ).

Πρόκειται για εσωτερική [αυτο-] αξιολόγηση

της σχολικής μονάδας από τον Διευθυντή και τον Σύλλογο Διδασκόντων και εξωτερική αξιολόγηση από τους (έχοντες σχετική παιδαγωγική και επιστημονική ευθύνη των σχολικών μονάδων) Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου [τον διάδοχο θεσμό των Σχολικών Συμβούλων], υπό την εποπτεία των Περιφερειακών Κέντρων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού (ΠΕΚΕΣ) και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ).

Όλες οι διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας

(Ν. 4547/2018 και 4692/2020) καθώς και της εφαρμοστά εγκυκλίου προβλέπουν τον (εκπαιδευτικό) σχεδιασμό, τις (παιδαγωγικές) αρχές και τα κριτήρια που μπορούν να συγκροτήσουν μια αξιόπιστη διαδικασία αντικειμενικής αξιολόγησης για τη σχολική μονάδα σήμερα (για τη φετινή χρονιά), ελπίζοντας ότι αντιστοίχων αντικειμενικών προδιαγραφών και διαφανής θα είναι και ο υπό ψήφιση νόμος για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού αύριο (από τη νέα σχολική χρονιά).

Δόξα τω Θεώ, υπάρχει ολόκληρος επιστημονικός κλάδος και πλουσιότατη βιβλιογραφία που λέει το «τι» και το «πώς» θα πρέπει να γίνει για να πραγματοποιηθεί σωστά η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών.

Οι κραυγές και οι αφορισμοί

δεν ωφελούν κανέναν και ιδιαιτέρως την εικόνα για το σινάφι μας – δεν λειτουργούμε εν κενώ, κρινόμαστε από την κοινωνία και θα πρέπει να μας ενδιαφέρει η εικόνα που έχει η κοινωνία για τον κλάδο μας.

Το σχολείο είναι ένας θεσμός

στον οποίο διαρκώς, κάθε ώρα και λεπτό, εμείς οι εκπαιδευτικοί αξιολογούμε τους μαθητές μας. Θεωρούμε τους εαυτούς μας ικανούς να το κάνουμε.

Την ίδια στιγμή, όμως, υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν ότι οι ίδιοι είναι πέραν και υπεράνω πάσης αξιολογήσεως, ότι δεν υπάρχει κανείς που να έχει τη δική τους αντικειμενικότητα και δικαιοκρισία για να τους κρίνει.

Οι περισσότερες από τις αντιρρήσεις τους είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.

Οι εκπαιδευτικοί οι οποίοι,

στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ως συνειδητοί λειτουργοί και συνεπείς επαγγελματίες εκτελούν με υπευθυνότητα τα καθήκοντά τους δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν.

Αντιθέτως,

πιστοποιώντας την ποιότητα του έργου και της προσφοράς τους μέσω της διαδικασίας της αξιολογήσεως, μπορούν από άλλη βάση, με ισχυρότερα και πειστικότερα επιχειρήματα να διεκδικήσουν τη μισθολογική τους αναβάθμιση, αλλά και σε επίπεδο γοήτρου να αποκτήσουν το χαμένο – εξαιτίας της ισοπεδώσεως- κύρος τους στην κοινωνία.

Μετά από τριάντα εννέα χρόνια (απ’ το 1982) απουσίας κάθε ελέγχου στο σύστημα παροχής εκπαιδευτικού έργου επείγει ένα «νοικοκύρεμα».

Τριάντα εννέα χρόνια στον «αυτόματο πιλότο» είναι πολλά.

Τις συνέπειες της κρίσης (της τρέχουσας οικονομικής, για την οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε και η συστηματική – ενίοτε και εκ των ένδον – απαξίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος) ήδη (και πολλαπλώς) τις «πληρώνουμε»

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλοε είναι καθηγητής Β’/βάθμιαε (ΠΕ01), δρ. Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ. (xaan@theo.auth.gr

Ελευθερία της Λάρισας, 25/01/2021

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ: Πιερρακάκης: Σε λίγο ψηφιακό αντίγραφο Πτυχίου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ: Πέρασε το μάθημα των προστίμων

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ: Ελάχιστη βάση εισαγωγής ποια Πανεπιστήμια θα μείνουν χωρίς φοιτητές. Τα σχέδια του Υπουργείου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ: Βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση στην Παιδεία. Του Στέφανου Μάνου

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ: Ελάχιστη βάση εισαγωγής ποια Πανεπιστήμια θα μείνουν χωρίς φοιτητές. Τα σχέδια του Υπουργείου

0 ΣΧΟΛΙΑ

Αφήστε ένα σχόλιο

Login

Welcome! Login in to your account

Remember me Lost your password?

Lost Password